αιμοκάθαρση


αιμοκάθαρση
Είδος καθαρισμού του αίματος, που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της νεφρικής ανεπάρκειας. Κατά τη διαδικασία της, το αίμα του ασθενούς διοχετεύεται σε ειδικό μηχάνημα, καθαρίζεται και επιστρέφει στο κυκλοφορικό σύστημα.
* * *
η Ιατρ.
ο εξωνεφρικός και πιο συγκεκριμένα ο εξωσωματικός καθαρισμός τού αίματος (τεχνητός νεφρός) από τα άχρηστα προϊόντα τού μεταβολισμού που φυσιολογικά απομακρύνονται από τον οργανισμό με τα ούρα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • νεφρολογία — η ιατρ. κλάδος τής ιατρικής με αντικείμενο τις νόσους τών νεφρών, την εξωνεφρική αιμοκάθαρση και τα προβλήματα που αφορούν τις μεταμοσχεύσεις τών οργάνων αυτών. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. nephrologie (< νεφρ[ο] * + λογία*). Η λ.… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.